Εθνικό πλαίσιο
Η περίπτωση της Ιταλίας:
Η περίπτωση της Ελλάδας:
Η Ιταλία παρουσιάζει ένα πολύπλοκο τοπίο παραπληροφόρησης που χαρακτηρίζεται από πόλωση, χαμηλό επίπεδο ψηφιακής παιδείας και έλλειψη ολοκληρωμένης ρύθμισης. Η παραπληροφόρηση στην Ιταλία παρουσιάζει συχνά θέματα με έντονα συναισθηματικό φορτίο και διχαστικό χαρακτήρα —όπως η μετανάστευση, η δημόσια υγεία ή τα πολιτικά δικαιώματα— παραποιώντας πραγματικά γεγονότα ή δικαιολογημένες ανησυχίες με ψευδές ή παραπλανητικό περιεχόμενο. Αυτές οι αφηγήσεις είναι κυκλικές, επανεμφανίζονται συχνά και προσαρμόζονται σε νέες κρίσεις. Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η εκμετάλλευση της παραπληροφόρησης ως εργαλείου πολιτικής επικοινωνίας, κυρίως από λαϊκιστές και ακροδεξιούς παράγοντες, ενώ επί του παρόντος υπάρχουν περιορισμένες νομοθετικές διασφαλίσεις για τη ρύθμιση ή την αντιμετώπιση της εξάπλωσής της.
Οι προσπάθειες ρύθμισης έχουν σταματήσει εν μέσω ανησυχιών σχετικά με την ελευθερία του λόγου, αφήνοντας την ευθύνη σε μεγάλο βαθμό στα χέρια των ψηφιακών πλατφορμών. Το πρόβλημα επιδεινώνεται από την αυξανόμενη παρουσία παραπληροφόρησης με βάση το φύλο, με συντονισμένες εκστρατείες που αποσκοπούν στην απαξίωση γυναικών πολιτικών και στην υπονόμευση των πολιτικών ελευθεριών, απειλώντας έτσι τη δημοκρατική συμμετοχή και την εμπιστοσύνη του κοινού. Η Ιταλία αντιμετωπίζει επίσης ένα από τα σημαντικότερα κενά ψηφιακής παιδείας στην Ευρώπη.
Σύμφωνα με την Eurostat και τον δείκτη DESI της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, μόνο το 45% των Ιταλών διαθέτει βασικές ψηφιακές δεξιότητες, κατατάσσοντας τη χώρα στην 24η θέση μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ. Μεταξύ των νέων ηλικίας 16–19 ετών, η ψηφιακή ικανότητα είναι 20 ποσοστιαίες μονάδες κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ, γεγονός που υπογραμμίζει ένα χάσμα μεταξύ των γενεών και επιδεινώνει τις εκπαιδευτικές ανισότητες. Αυτές οι προκλήσεις αντανακλώνται στις αντιλήψεις του κοινού: πάνω από το 76% των Ιταλών πιστεύει ότι οι ψευδείς ειδήσεις γίνονται όλο και πιο δύσκολο να εντοπιστούν, ενώ το 20% δηλώνει χαμηλή αυτοπεποίθηση στην αναγνώριση ψευδώς περιεχομένου και σχεδόν το 30% αρνείται κατηγορηματικά ότι η παραπληροφόρηση αποτελεί πραγματικό πρόβλημα. Παρά ταύτα, η Ιταλία στερείται εθνικής στρατηγικής για την παιδεία στα μέσα επικοινωνίας, ενώ οι πρωτοβουλίες στον τομέα αυτό είναι αποσπασματικές.
Η εμπιστοσύνη στα ψηφιακά μέσα παραμένει χαμηλή, διαβρώνοντας περαιτέρω την ανθεκτικότητα έναντι της χειραγώγησης. Όπως τονίζεται από ευρωπαϊκές και εθνικές έρευνες (π.χ., Melstveit, 2024), η αντιμετώπιση της έλλειψης εμπιστοσύνης, η προώθηση δεξιοτήτων για την επαλήθευση του διαδικτυακού περιεχομένου και η ενσωμάτωση της παιδείας στην τεχνητή νοημοσύνη στις εκπαιδευτικές παρεμβάσεις αποτελούν κρίσιμα επόμενα βήματα για τη βελτίωση της κοινωνικής ανθεκτικότητας της Ιταλίας έναντι της παραπληροφόρησης.
Η Ελλάδα αντιμετωπίζει μια βαθιά ριζωμένη κρίση παραπληροφόρησης και εμπιστοσύνης στα μέσα ενημέρωσης, η οποία έχει διαμορφωθεί από μια δεκαετία λιτότητας, τη μείωση της ελευθερίας του Τύπου και τις χαμηλές ψηφιακές δεξιότητες. Η παραπληροφόρηση δεν περιορίζεται σε περιθωριακές γωνιές του διαδικτύου· οι φορείς επαλήθευσης γεγονότων επισημαίνουν συχνά μερικές από τις πιο δημοφιλείς ελληνικές ειδησεογραφικές ιστοσελίδες οι οποίες διαδίδουν παραπλανητικές ή ψευδείς αφηγήσεις.
Το εύθραυστο περιβάλλον των μέσων ενημέρωσης της χώρας —που χαρακτηρίζεται από οικονομική αβεβαιότητα, πολιτικές παρεμβάσεις και στροφή προς μοντέλα που βασίζονται σε «clickbait»— έχει αποσταθεροποιηθεί περαιτέρω από σκάνδαλα μεγάλης εμβέλειας, όπως η διαμάχη για τις υποκλοπές, η οποία συνέβαλε στο να καταταχθεί η Ελλάδα στην 107η θέση μεταξύ 180 χωρών στον Παγκόσμιο Δείκτη Ελευθερίας του Τύπου του 2023, την χαμηλότερη θέση στην ΕΕ. Σε αυτές τις προκλήσεις προστίθενται κρίσιμα ελλείμματα στον τομέα της ψηφιακής και της δημοσιογραφικής παιδείας. Όπως αναφέρεται στην Έκθεση για τη Ψηφιακή Δεκαετία του 2024, μόνο το 52,4% των Ελλήνων διαθέτει βασικές ψηφιακές δεξιότητες, ποσοστό που υστερεί σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ και παρουσιάζει οπισθοδρόμηση σε σχέση με τα προηγούμενα έτη.
Ο Δείκτης Ετοιμότητας Δικτύου (2024) κατατάσσει την Ελλάδα στην 49η θέση παγκοσμίως, αντανακλώντας συστημικές αδυναμίες στην ενσωμάτωση των ΤΠΕ στην εκπαίδευση, στην ψηφιακή παιδεία των ενηλίκων και στη συμμετοχή σε ψηφιακές πλατφόρμες. Η εμπιστοσύνη στις ειδήσεις είναι ανησυχητικά χαμηλή: η Έκθεση Ψηφιακών Ειδήσεων του Reuters για το 2023 κατατάσσει την Ελλάδα τελευταία (46η από 46 χώρες) όσον αφορά την εμπιστοσύνη του κοινού στα μέσα ενημέρωσης, λόγω της μεροληψίας, της έλλειψης διαφάνειας και της πολιτικοποίησης της δημοσιογραφίας. Αυτό το πλαίσιο καλλιεργεί ένα κλίμα αποφυγής των ειδήσεων, ιδίως μεταξύ των γυναικών και του αγροτικού πληθυσμού, καθιστώντας δύσκολη την εμπλοκή του κοινού σε σύνθετα ή πολωτικά ζητήματα όπως η κλιματική αλλαγή, η μετανάστευση και η δημόσια υγεία. Η πολιτική πόλωση ενισχύει περαιτέρω την ευπάθεια στην παραπληροφόρηση, καθώς το κοινό αντιλαμβάνεται τα μέσα ενημέρωσης μέσα από ένα ιδεολογικό πρίσμα.
Η απουσία μιας εθνικής στρατηγικής για τη ψηφιακή παιδεία, σε συνδυασμό με την περιορισμένη τυπική ή μη τυπική ψηφιακή εκπαίδευση, αποδυναμώνει την κοινωνική ανθεκτικότητα και παρεμποδίζει την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης και της συμμετοχής των πολιτών. Υπό το πρίσμα αυτών των προκλήσεων, η Ελλάδα χρειάζεται επειγόντως συντονισμένες, διατομεακές πρωτοβουλίες που να συνάδουν με τα πλαίσια της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένου του Σχεδίου Δράσης για την Ψηφιακή Εκπαίδευση (2021–2027) και του Ευρωπαϊκού Σχεδίου Δράσης για τη Δημοκρατία, τα οποία τονίζουν τον ρόλο της εκπαίδευσης χωρίς αποκλεισμούς, της ενδυνάμωσης των πολιτών και της λογοδοσίας των πλατφορμών στην ενίσχυση της δημοκρατικής ανθεκτικότητας έναντι της παραπληροφόρησης.
Η περίπτωση της Πορτογαλίας:
Η Πορτογαλία κατέχει μια σύνθετη αλλά σχετικά ευνοϊκή θέση στο ευρωπαϊκό τοπίο της παραπληροφόρησης. Σύμφωνα με την Έκθεση «Μοτίβα κατανάλωσης παραπληροφόρησης στην Ισπανία και την Πορτογαλία» (2024), οι Πορτογάλοι πολίτες επιδεικνύουν υψηλό επίπεδο ανησυχίας σχετικά με την παραπληροφόρηση, ιδίως σε ψηφιακά περιβάλλοντα, με το 71% του πληθυσμού να εκφράζει ανησυχία για το τι είναι αληθινό και τι ψεύτικο στο διαδίκτυο — ποσοστό που ανέρχεται στο 81% μεταξύ όσων εμπιστεύονται τις ειδήσεις. Οι Πορτογάλοι πολίτες αναφέρουν ότι έρχονται σε επαφή με παραπληροφόρηση σε ποσοστά παρόμοια με τον μέσο όρο της ΕΕ, με το 28% να την αντιμετωπίζει «συχνά» ή «πολύ συχνά» και το 54% να δηλώνει μέτρια εμπιστοσύνη στην ικανότητά του να την εντοπίζει. Ένα από τα πιο αξιοσημείωτα πλεονεκτήματα της Πορτογαλίας είναι το υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης στις ειδήσεις, το οποίο ανήλθε στο 71% το 2023, δεύτερο μόνο μετά τη Φινλανδία, σε ολόκληρη την Ευρώπη (Digital News Report, 2023).
Η έρευνα για τα Μέσα Ενημέρωσης και τις Ειδήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (2023) ενισχύει περαιτέρω αυτή την αισιόδοξη προοπτική, δείχνοντας ότι μόνο το 2% των πολιτών στην Πορτογαλία αποφεύγει ενεργά όλες τις ειδήσεις, ενώ το 77% καταναλώνει ειδήσεις καθημερινά ή πολλές φορές την ημέρα, υπερβαίνοντας τους μέσους όρους της ΕΕ. Αυτή η σχετική εμπιστοσύνη και συμμετοχή, ωστόσο, κρύβει ανισότητες: η αποφυγή των ειδήσεων αυξάνεται μεταξύ των ομάδων με χαμηλότερο εισόδημα και χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο, ενώ η αποφυγή συγκεκριμένων θεμάτων —όπως η κλιματική αλλαγή, η δημόσια υγεία και τα ζητήματα ταυτότητας— υποδηλώνει αυξανόμενες κοινωνικοπολιτικές ρήξεις εντός του οικοσυστήματος της πληροφόρησης. Η παραπληροφόρηση στην Πορτογαλία έχει ιδιαίτερα έντονο αντίκτυπο κατά τη διάρκεια των εκλογικών περιόδων, όταν πολωτικές αφηγήσεις —συχνά χωρίς πραγματική βάση— κερδίζουν σημαντική απήχηση.
Ο δημόσιος διάλογος στο διαδίκτυο έχει γίνει όλο και πιο πολωμένος, δίνοντας προτεραιότητα στον εντυπωσιασμό έναντι της συζήτησης, όπου οι ψευδείς πληροφορίες συχνά υπερισχύουν του περιεχομένου που βασίζεται σε γεγονότα. Αν και η Πορτογαλία δεν έχει αποτελέσει στόχο εκτεταμένων, εγχώριων εκστρατειών παραπληροφόρησης, είναι ευάλωτη σε περιεχόμενο από πηγές του εξωτερικού, ιδίως όσον αφορά την Covid-19, τον πόλεμο στην Ουκρανία και τη διαφθορά (EU DisinfoLab, 2024). Επιπλέον, η ριζοσπαστικοποίηση και η διάδοση παραποιημένων ή εκτός πλαισίου πληροφοριών κερδίζουν έδαφος, ιδίως σε περιθωριακές ομάδες. Αυτοί οι κίνδυνοι εντείνονται από την οικονομική ευπάθεια του οικοσυστήματος των μέσων ενημέρωσης της Πορτογαλίας, η οποία υπονομεύει την επαγγελματική δημοσιογραφία και την ικανότητα επαλήθευσης των γεγονότων. Ως εκ τούτου, υπάρχει επείγουσα ανάγκη να ενισχυθεί η ψηφιακή παιδεία, να προωθηθεί η χωρίς αποκλεισμούς ενασχόληση με αξιόπιστες πληροφορίες και να υποστηριχθεί η δημοκρατική ανθεκτικότητα, ειδικά για τις ευάλωτες ομάδες.
